δασυγένειος

δᾰσῠ-γένειος, ον,
A with thick beard, v.l. for βαθυ-, Tz.ad Lyc. 307.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δασυγένειος — with thick beard masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασυγένειος — ο (Μ δασυγένειος) αυτός που έχει πυκνά γένια …   Dictionary of Greek

  • δασυγένειος — α, ο αυτός που έχει πυκνά γένια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δασυγένειον — δασυγένειος with thick beard masc/fem acc sg δασυγένειος with thick beard neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασυπώγων — ο (AM δασυπώγων) ο δασυγένειος νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. δασυπώνων γένος δίπτερων εντόμων 2. γένος σχοινοειδών φυτών …   Dictionary of Greek

  • δασύς — εία, ύ και δασός, ιά, ό (AM δασύς, εῑα, ύ) 1. 1. τριχωτός, μαλλιαρός 2. πυκνός 3. (για φυτά) πυκνόφυλλος, φουντωτός 4. (για τόπους) θαμνώδης, με πυκνή βλάστηση 5. (για φθόγγους και λέξεις) αυτός που προφέρεται και γράφεται με δασύ πνεύμα, με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.